Η πρόληψη της έμφυλης βίας ξεκινά πολύ πριν από τη βία
- PANCYPRIAN ASSOCIATION FOR PSYCHOTHERAPISTS

- 2 Ιουλ
- διαβάστηκε 2 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: 3 Ιουλ

Η πρόσφατη απόπειρα γυναικοκτονίας στην Κύπρο έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την έμφυλη βία. Κάθε τέτοιο περιστατικό προκαλεί θλίψη, οργή και εύλογα ερωτήματα. Όμως, όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται μόνο στις ημέρες που ακολουθούν μια τραγωδία, χάνουμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με αυτό που πραγματικά μπορεί να κάνει τη διαφορά: την πρόληψη.
Η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις προηγείται μια σταδιακή διαδικασία, η οποία μπορεί να ξεκινήσει με συμπεριφορές που συχνά υποτιμώνται ή ακόμη και κανονικοποιούνται. Ο υπερβολικός έλεγχος παρουσιάζεται ως ενδιαφέρον, η ζήλια ως ένδειξη αγάπης, η απομόνωση ως προστασία, η υποτίμηση ως «ιδιορρυθμία». Όταν αυτές οι συμπεριφορές γίνονται αποδεκτές ή δικαιολογούνται, δημιουργείται ένα περιβάλλον που επιτρέπει στη βία να αναπτυχθεί και να κλιμακωθεί.
Η ουσιαστική αντιμετώπιση της έμφυλης βίας δεν ξεκινά όταν πλέον έχει ασκηθεί η βία, ούτε περιορίζεται στις δικαστικές αίθουσες. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, από τον τρόπο που μαθαίνουμε να σχετιζόμαστε.
Δεν γεννιόμαστε γνωρίζοντας πώς να δημιουργούμε υγιείς σχέσεις. Το μαθαίνουμε. Μαθαίνουμε πώς εκφράζουμε τον θυμό μας, πώς διαχειριζόμαστε τη ματαίωση, πώς ακούμε τον άλλον, πώς σεβόμαστε τα όριά του, πώς αντέχουμε την απόρριψη χωρίς να καταφεύγουμε στον έλεγχο ή την επιβολή. Όταν αυτές οι δεξιότητες δεν καλλιεργούνται, είναι πιο πιθανό να αναπτυχθούν δυσλειτουργικά πρότυπα σχέσεων, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να εξελιχθούν σε κακοποιητικές συμπεριφορές.
Η πρόληψη δεν αρχίζει όταν εμφανιστεί η βία. Αρχίζει από την εκπαίδευση στις σχέσεις. Αφορά την ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης, της ενσυναίσθησης, της υπευθυνότητας και του αλληλοσεβασμού. Αφορά γονείς που βοηθούν τα παιδιά τους να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους χωρίς φόβο ή ντροπή. Αφορά σχολεία που διδάσκουν την ισότητα και τη συναίνεση όχι ως θεωρητικές έννοιες, αλλά ως καθημερινή στάση ζωής. Αφορά ενήλικες που αποτελούν πρότυπα στις δικές τους σχέσεις.
Εξίσου σημαντικό είναι να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα πρώτα σημάδια μιας κακοποιητικής σχέσης. Δεν χρειάζεται να υπάρχει σωματική βία για να ανησυχήσουμε. Η συνεχής απαξίωση, ο έλεγχος, η χειραγώγηση, η απομόνωση από φίλους και οικογένεια, οι απειλές ή ο εκφοβισμός δεν είναι «προβλήματα επικοινωνίας». Είναι συμπεριφορές που αξίζουν προσοχή και παρέμβαση, γιατί συχνά αποτελούν προειδοποιητικά σημάδια μιας σχέσης που γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνη.
Παράλληλα, χρειάζεται να σταματήσουμε να αναζητούμε εύκολες απαντήσεις. Ερωτήματα όπως «γιατί δεν έφυγε;» μεταφέρουν, άθελά μας, το βάρος στο θύμα. Ίσως το πιο σωστό ερώτημα είναι: «Τι την εμπόδιζε να φύγει;». Ίσως είναι πιο χρήσιμο να αναρωτηθούμε γιατί κάποιος αισθάνεται ότι έχει το δικαίωμα να ελέγχει, να εκφοβίζει, να ασκεί βία και τελικά να θεωρεί τον άνθρωπο με τον οποίο βρίσκεται σε σχέση κτήμα του. Η αλλαγή αυτής της οπτικής είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να μετακινηθούμε από την ενοχοποίηση στην κατανόηση και, τελικά, στην πρόληψη.
Καμία κοινωνία δεν θα εξαλείψει πλήρως τη βία. Μπορεί όμως να μειώσει σημαντικά τις πιθανότητες να εκδηλωθεί, όταν επενδύει στις ανθρώπινες σχέσεις, στην εκπαίδευση και στην έγκαιρη αναγνώριση των προειδοποιητικών σημείων.
Η σημαντικότερη ερώτηση δεν είναι τι κάνουμε μετά από κάθε γυναικοκτονία. Είναι τι χρειάζεται να κάνουμε καθημερινά, ώστε να μη χρειαστεί να συζητήσουμε για την επόμενη.
Θέκλα Βασιλείου
Ψυχολόγος (MSc)
Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Πρόεδρος Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών



