Επικήδειος Λόγος για τον Τάκη Ευδόκα

Με μεγάλη μας λύπη, την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2020, αποχαιρετήσαμε τον Δρ. Τάκη Ευδόκα που έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2020. Ο Δρ. Τάκης ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συνδέσμου μας και Επίτιμος Πρόεδρος. Ακολουθεί ο επικήδειος λόγος που εκφωνήθηκε την μέρα της κηδείας του από τον Πρόεδρο μας Σώτο Μιχαήλ.

 

Ξέρω τον Τάκη για δέκα σχεδόν χρόνια και μέσα σε αυτό το διάστημα αναπτύξαμε μια ιδιαίτερη σχέση.   Î•Î¯Î½Î±Î¹ μέσα από αυτή τη σχέση που μου δόθηκε η τιμή να μιλήσω για τον Τάκη σήμερα.   ÎžÎ­ÏÏ‰ ότι ο ίδιος δεν θα μου του συγχωρούσε αν μακρυγορούσα ή αν τον εξιδανίκευα σήμερα.   Î•Î¾â€™ άλλου, ο χρόνος που μας δίνεται είναι πολύ λίγος για να καλύψουμε τα πολλά που πήρε ένας άνθρωπος από τον τόπο του, και τους ανθρώπους του τόπου του που αγάπησε, αλλά και τα πολλά που έφερε και με αγάπη έδωσε πίσω αφού πρώτα αξιοποίησε αυτά που πήρε. Για αυτή τη αλληλοκαλλιέργεια που ονομάζουμε κουλτούρα και που χαρακτήριζε τη ζωή του Τάκη θα ήθελα να πω λίγα πράγματα.

Είχα την τύχη να γνωρίσω το Τάκη με την επιστροφή μου στη Κύπρο μετά από μακροχρόνια απουσία μου στο εξωτερικό. Είχα την ανάγκη τότε να γνωρίσω άλλους συναδέλφους ψυχοθεραπευτές, και να έχω ένα σοβαρό επαγγελματικό περιβάλλον στο οποίο να νιώθω ότι ανήκω. 

Με άγγιξε ο τρόπος που απλόχερα με δέκτηκε σε μία από τις συναντήσεις ομαδικής εποπτείας με τους άλλους συναδέλφους του, που για χρόνια λάμβαναν χώρο εβδομαδιαία στο σπίτι του.  Με άγγιξε το ενδιαφέρον του να μάθει για μένα και ένιωσα ευπρόσδεκτος.  Î‘Ï…Ï„ÏŒ που με συγκίνησε περισσότερο ήταν ο τρόπος που μάζεψε την ομάδα με μια παρεμβολή του σε κάποιο σημείο, όταν η άλλως ενδιαφέρουσα επαγγελματική συζήτηση (case discussion) που εξελισσόταν κινδύνευεσε να εκτροχιαστεί με ένα αστείο που ελέχθη.  â€˜Î Î±ÏÎ±ÎºÎ±Î»ÏŽâ€™, είπε, ‘να μιλούμε με σεβασμό προς τους πελάτες μας’.  Ένιωσα το αίσθημα της ασφάλειας να επανέρχεται στη ομάδα. Ένιωσα επίσης ότι είχα πέσει σε καλά χέρια.

  Αυτή η απλοχεριά και ο σεβασμός για τον ευάλωτο συνάνθρωπο του, που συνδυάζει έντεχνα τον άνθρωπο και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή, είχαν τις ρίζες τους πολύ πιο βαθιά μέσα του και από πολύ πιο νωρίς στη ζωή του Τάκη.

Ο Τάκης εκπαιδεύτηκε στο ‘Ινστιτούτο Ψυχανάλυσης της Νέας Υόρκης’, της γνωστής σχολής ‘Καρεν Χορνευ’, προς το τέλος της Ψυχιατρικής του εκπαίδευσης.   Î¤Î·Î½ απόφαση του για εκπαίδευση στη ψυχανάλυση όμως, όπως ο ίδιος μετά κατάλαβε, την πήρε πολύ πριν στην ζωή του. Ο ίδιος έλεγε ότι η θεραπευτική προσωπικότητα του ψυχαναλυτικού ψυχοθεραπευτή,  Î±ÏÏ‡Î¯Î¶ÎµÎ¹ την δόμηση της από τα βιώματα της παιδικής ηλικίας.  Î‘ν υπάρχει αυτό τότε μετά μπορεί να αρχίσει και η εκπαίδευση.

  Μιλούσε πάντα συγκινητικά για τη ψυχαναλύτρια του στη Νέα Υόρκη. Μιλούσε όμως ακόμα πιο συγκινητικά για τον άνθρωπο που ονόμαζε τον πρώτο του ψυχοθεραπευτή, τον δάσκαλο του στο Γυμνάσιο Λεμεσού κο Ξιούτα. Ο κος Ξιούτας αναγνωρίζει από την πρώτη στιγμή τη μοναξιά και φόβο τού δεκατριάχρονου μαθητή του, που σε μια μέρα διακόπηκε η συνέχεια του από το χωριό και από την οικογένεια του  ÎºÎ±Î¹ βρήκε τον μικρό εαυτό του μόνο στη χώρα των γιγάντων, τη μεγαλούπολη γι’αυτον τότε Λεμεσό.

 ÎŸ αόριστος φόβος των γιγάντων όμως ήταν ήδη γνωστός μέσα του Τάκη.  Απηχούσε τον φόβο της βίας του γίγαντα πατέρα τον οποίον παράλληλα με ένα άλλο μέρος του εαυτού του υπεραγαπούσε. Η διαπραγμάτευση και ολοκλήρωση της μετουσίωσης αυτού του φόβου λαμβάνει χώρο χρόνια μετά κατά τη πορεία της ψυχαναλυτικής του θεραπείας στη Νέα Υόρκη, όπου σταδιακά διαισθάνεται  ότι κάτι αόρατο ωριμάζει μέσα του.  Ξυπνά ένα πρωί μετά από ένα όνειρο: ‘Εχει πεθάνει ο πατέρας του και ετοιμάζεται να πάει στην κηδεία του.  Παραξενεύεται που δε νιώθει λύπη. Αντιθέτως βλέπει τον εαυτό του ξυρισμένο, συγυρισμένο και κοστουμαρισμένο λες και θα πήγαινε στην όπερα’.  Ξυπνά με μια περίεργη ευφορία που τον κρατάει ολόκληρη μέρα. Σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται την έννοια του ονείρου του και της ευφορίας που του έφερε: Η κηδεία στο όνειρο ήταν η κηδεία του φόβου της βίας που είχε κάνει κατοχή του ενδιάμεσου χώρου της σχέσης του με τον πατέρα του. Ήταν πλέον ελεύθερος να έχει διαφορετική γνώμη από τον πατέρα και παράλληλα να συνεχίζει να τον αγαπά δίχως την απειλή της αλληλοεξόντωσης μέσα του.

 Î¤Î¿ όνειρο, σάν ένα εσωτερικό δελτίο ειδήσεων από βαθιά μέσα του, του ανακοίνωνε την αποπεράτωση του έργου δόμησης ενός ενδιάμεσου χώρου μέσα του που μπορούσε πλέον να χωρεί δύο διαφορετικούς ανθρώπους με δύο διαφορετικές γνώμες δίχως να χάνεται ο αλληλοσεβασμός μεταξύ τους.  Πιστεύω ότι αυτή ήταν η εσωτερική δόμηση μέσα από την οποία ο Τάκης μπόρεσε να αναμετρηθεί με τους γίγαντες που συνάντησε μετέπειτα στη πορεία του έργου του. Δηλ. την όργωση του τόπου του με κάτι διαφορετικό ως προσφορά του στη συνεχόμενη ανάπτυξη της κουλτούρας του τόπου του.

 Î— μετουσίωση αυτού του φόβου όμως άρχισε στη Λεμεσό.  Η πτώση του έφηβου Τάκη, από το χωριό Πάχνα στη μεγαλούπολη Λεμεσό, διακόπτεται από δύο ανθρώπινα χέρια ενός ευεργετικού γίγαντα που τον αρπάζουν με φροντίδα και του δίνουν ένα νέο πλαίσιο. Του λέει ο Κος Ξιούτας:  â€˜Î•Î½Î± πράγμα να γνωρίζεις παιδί μου. Κι εγώ από χωριό κατάγομαι. Και να ξέρεις ότι από εμάς τους αγρότες δημιουργούνται οι άνθρωποι πού θα στηρίξουν την κοινωνία. Εμείς είμαστε η ανανέωση του τόπου και να μην ντρέπεσαι για την καταγωγή σου. Η βιβλιοθήκη μου είναι ανοικτή για σένα, όποτε θέλεις βιβλία’. Παράλληλα με την βιβλιοθήκη ο κος Ξιούτας τον φιλοξενεί και μέσα του. Παράλληλα με την την γνώση των βιβλίων και η εσωτερίκευση της γνώσης για ανθρώπινη φροντίδα.

Μέσα σε αυτό το διευκολυντικό πλαίσιο ο Τάκης αποφοιτά και μπαίνει στη Ιατρική σχολή στη Αθήνα.  Î•Î´ÏŽ συνεχίζει την μετουσίωση του φόβου ενός άλλου γίγαντα. Του φόβου του θανάτου που απηχεί την δική του τριβή με τον θάνατο, στην ηλικία των 7 χρόνων, όπου για μήνες πάλεψε με την απειλή της πνευμονίας. Η μετουσίωση αυτού του φόβου σε αγάπη για τη ζωή και φροντίδα για τον συνάνθρωπό του είναι γνωστή ιδιαίτερα από το βιβλίο του ‘Το Τέλος ή Η Αρχή’.   Διαβάζοντας το βιβλίο του αυτό,  Î¿ αναγνώστης συναντά το αμέριστο ενδιαφέρον του για τον άνθρωπο και την ακούραστη επιστημονική περιέργεια του μέχρι το τέλος (αλλά και μετά), με το μυστήριο του θανάτου. Διαφαίνεται η επιθυμία του να παραμείνει παρατηρητής αυτής της φυσικής αποσύνδεσης της ψυχής από το σώμα. Λες και η προσευχή του όπως θα έλεγε ο ποιητής (Winnicott D) είναι: ‘Ω Θεέ μου, μπορώ να είμαι ζωντανός όταν θα πεθαίνω?.

Συνεχίζει στη Νέα Υόρκη με τη ψυχιατρική και ψυχανάλυση και επιστρέφει στη Κύπρο με τη διακήρυξη της ως νέα δημοκρατία.

Η αγάπη του για την Κύπρο, η ικανότητα του για φιλοξενία, για ανθρώπινη φροντίδα και για την μετάδοση γνώσεων στη επόμενη γενεά ήταν διάχυτη στο χαρακτήρα του Τάκη. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έφερε τη ψυχανάλυση στη Κύπρο. Την μετάδωσε μέσω του  συγγραφικού του έργου με τα αμέτρητα άρθρα και βιβλία που έγραψε.  Την μετάδωσε επίσης και με το θεραπευτικό του έργο. Στα 60 χρόνια αυτού του θεραπευτικού του έργου στη Κύπρο ο Τάκης είδε ανθρώπους από τα πιο ψηλά μέχρι τα πιο χαμηλά, ας πούμε, στρώματα του τόπου του. Ποτέ δεν τον άκουσα να σπάζει το απόρρητο της θεραπευτικής σχέσης.

   Ο Τάκης ήταν ένθερμος υποστηρικτής της προόδου και αλλαγής δίχως να έχει τις συνηθισμένες παραισθήσεις ότι η αλλαγή είναι εύκολη.  ÎœÎµ αυτό το τρόπο υποστήριξε την ιδέα της ίδρυσης του Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών (ΠΣΨΘ), προειδοποιώντας παράλληλα και για τις δυσκολίες στη πορεία. Θυμούμαι μια μέρα που έφτασα στο σπίτι του έφιππος της μοτόρας μου με το κράνος στο κεφάλι. Μου λέει: ‘Aν θα δημιουργήσετε αυτό το επαγγελματικό σώμα να ξέρεις ότι στη πορεία του δρόμου θα σας τρακάρουν αυτοκίνητα και από τις δύο κατευθύνσεις. Εισηγούμαι να μη βγάζεις το κράνος σου’.  ÎŸ Τάκης ήταν τελικά ιδρυτικό και τιμητικό μέλος του Παγκύπριου Συνδέσμου.

 Î”ιάχυτη στον Τάκη ήταν και η ικανότητα του, που ήδη ανάφερα, να έχει διαφορετική άποψη (και να επιτρέπει τη διαφορετική άποψη), δίχως να χάνει το σεβασμό του ή και την αγάπη του για τον συνάνθρωπο του. Αυτό ισχύει και για τους πολιτικούς αντίπαλους που είχε συναντήσει στη ζωή του. Δεν τον άκουσα ποτέ να μιλά με εχθρότητα για άλλους ή να ανταποδίδει εχθρότητα. Όταν τύχαινε κάποτε να ερωτηθεί πώς μετρά κάποιον, ή κάποιαν, που ήξερε καλά, το πιο αρνητικό που μπορούσε να πεί ήταν: ‘Εεε’, και μετά πρόσθετε και τα καλά του. Ήταν σαν να έλεγε, ‘Εεε νομίζω παίρνει 5 στην αγωγή του πολίτη αλλά παίρνει και 9 στη λογοτεχνία’.

 ÎŸ Τάκης στα 60 χρόνια προσφοράς του στον τόπο του γνώρισε και έκανε σημαντικές σχέσεις με ανθρώπους απ’ολα τα επίπεδα της κοινωνίας και πολιτικών πεποιθήσεων. Μου άρεσε ο τρόπος του όταν περιέγραφε με χιούμορ τις εμπειρίες του κατά τη φυλάκιση του και με άγγιζε ιδιαίτερα η τρυφερότητα με την οποία περιέγραφε τους δεσμούς που ανάπτυξε ÎµÎºÎµÎ¯ με τους άλλους φυλακισμένους. Πιστεύω ότι αυτός ο μήνας που έζησε στη φυλακή ήταν από τους πιο σημαντικούς στη ζωή του.

Ο Τάκης έφερε πολλά με τη επιστροφή του στη Κύπρο ως νέα δημοκρατία πριν 60 χρόνια. Εμπλούτισε τη κουλτούρα του τόπου του με το πιο απλόχερο τρόπο. Το πιο σημαντικό όμως που έφερε ήταν την Ειρήνη. 

Το κεφάλαιο Ειρήνη και η εγκατάσταση της σε ένα σπίτι με εξωτερική τουαλέτα στη Πάχνα μετά από την άνεση της ζωής της στη Νέα Υόρκη δεν μπορεί να καλυφτεί εδώ. Απλώς θα πω ότι από το 60 μέχρι και σήμερα δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα σαν αυτό που ονομάζουμε Τάκης. Όπου έβλεπες τον Τάκη θα έβλεπες και την Ειρήνη και αντιστρόφως. Και όταν έλειπε ο ένας από τους δύο θα αναρωτιώσουν που ήταν ο άλλος. Θα αναφέρω επίσης και κάτι που ο Τάκης τελευταίως είπε σε μια από τους συνάδελφους μας.  Όταν βλέπω την Ειρήνη τώρα’, της είπε, ‘δεν βλέπω την Ειρήνη τώρα που γεράσαμε. Βλέπω το κορίτσι που ερωτεύτηκα στη Νέα Υόρκη. Αυτή είναι η Ειρήνη για μένα και που βλέπω και τώρα.  Η κουλτούρα Ειρήνης και Τάκη και η συνεχόμενη αλληλοκαλλιέργεια που γινόταν στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ τους δεν περιγράφεται εύκολα. Πιο εύκολα μπορεί να την νιώσεις. Ο Τάκης έζησε με αξιοπρέπεια με την Ειρήνη δίπλα του και πέθανε με αξιοπρέπεια με την Ειρήνη στο πλάι του.

 

Αγαπημένε φίλε Τάκη,

Ευρισκόμαστε σήμερα παράλληλα στο Τέλος και στην Αρχή. Να ξέρεις ότι το έδαφος που καλλιεργούμε εμείς σήμερα για την αυριανή γενεά είναι αυτό που εσύ όργωσες χθες και μας έδωσες. Να ξέρεις ότι πάντα θα είσαι ζωντανός μέσα μας. Και όταν ξανά συναντηθούμε θέλω να ξαν’ ακούσω από σένα να μου πεις: ‘’Εεε Σώτο, τι γίνεται, που εχάθηκες σιόρ?. Και όταν θα διαφωνήσουμε σε κάτι θέλω να ξαναπιούμε μιά ζιβανία και σαν σηκώνεις το ποτήρι σου να ξαν’ακούσω από εσένα να μου πεις:  â€˜ Εεε, πάσ’τούντην διαφοράν, εήβα πρώτη’.

 

Καλό σου ταξίδι και καλή αντάμωση.

 

Σώτος Μιχαήλ